εικοσιπεντάευρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εικοσιπεντάευρο τα εικοσιπεντάευρα
      γενική του εικοσιπεντάευρου των εικοσιπεντάευρων
    αιτιατική το εικοσιπεντάευρο τα εικοσιπεντάευρα
     κλητική εικοσιπεντάευρο εικοσιπεντάευρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εικοσιπεντάευρο < είκοσι + πέντε + ευρώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εικοσιπεντάευρο ουδέτερο

  • (νεολογισμός) είκοσι πέντε ευρώ
    Μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες παραμένουν σε στάση αναμονής, ως προς την εξέλιξη κρίσιμων θεμάτων, όπως η φορολόγηση των αγροτών, το ξήλωμα του συνταξιοδοτικού, η συρρίκνωση υπηρεσιών Υγείας και το περιβόητο εικοσιπεντάευρο στα νοσοκομεία. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]