Μετάβαση στο περιεχόμενο

ειρηνικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ειρηνικός η ειρηνική το ειρηνικό
      γενική του ειρηνικού της ειρηνικής του ειρηνικού
    αιτιατική τον ειρηνικό την ειρηνική το ειρηνικό
     κλητική ειρηνικέ ειρηνική ειρηνικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ειρηνικοί οι ειρηνικές τα ειρηνικά
      γενική των ειρηνικών των ειρηνικών των ειρηνικών
    αιτιατική τους ειρηνικούς τις ειρηνικές τα ειρηνικά
     κλητική ειρηνικοί ειρηνικές ειρηνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ειρηνικός < ειρήνη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ɾi.niˈkos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

ειρηνικός -ή -ό

  1. που έχει ως χαρακτηριστικό την ειρήνη
      Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)
    παράδειγμα  ειρηνική περίοδος
     αντώνυμα: πολεμικός
  2. που δεν συνοδεύεται από εκδηλώσεις βίας
    παράδειγμα  ειρηνική διαδήλωση
  3. ήρεμος, πράος, γαλήνιος

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]