ειρκτή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ειρκτή ειρκτές
γενική ειρκτής ειρκτών
αιτιατική ειρκτή ειρκτές
κλητική ειρκτή ειρκτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειρκτή < αρχαία ελληνική εἱρκτή < εἵργνύω ή εἵργνυμι= εμποδίζω την έξοδο.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ειρκτή θηλυκό

  1. η φυλακή όπου εκτίεται αυτή η ποινή
  2. βαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα· προηγούμενη ονομασία της κάθειρξης (στη νομική ορολογία)

συνώνυμα[επεξεργασία]

αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]