Μετάβαση στο περιεχόμενο

ειρωνεία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εἰρωνεία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ειρωνεία οι ειρωνείες
      γενική της ειρωνείας των ειρωνειών
    αιτιατική την ειρωνεία τις ειρωνείες
     κλητική ειρωνεία ειρωνείες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ειρωνεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰρωνεία (προσποίηση) < εἰρωνεύομαι (ειρωνεύομαι). (Διαφορετικό το εἴρων < εἴρω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.ɾoˈni.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ειρωνεία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ειρωνεία θηλυκό

  1. λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί
      Ο Αμπατζόγλου αφηγείται τις συνειδητά μπανάλ ιστορίες του με αδιόρατη ειρωνεία, ή καλύτερα αυτοειρωνεία, αφού οι ήρωές του δείχνουν, ακόμη και με τα ονόματά τους, να παραπέμπουν στον ίδιο. (Δημοσθένης Κούρτοβικ, Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, εκδ. Πατάκη, 1995, σελ. 25)
  2. (φιλολογία, θέατρο, στο έπος και την τραγωδία) η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο αναγνώστης ή ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη ειρωνεύομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. ειρωνεία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. ειρωνεία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)