Μετάβαση στο περιεχόμενο

εις μάτην

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : εἰς μάτην

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εις μάτην < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰς μάτην < εἰς & αρχαία ελληνική μάτην, αιτιατική ενικού του μάτη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iz‿ˈmatin/ με ηχηροποίηση του [s] > [z] /is‿ˈmatin/

Έκφραση

[επεξεργασία]

εις μάτην (ως επίρρημα)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
→ δείτε και τη λέξη μάταια