εισήγηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισήγηση < αρχαία ελληνική εἰσήγησις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εισήγηση θηλυκό

  1. κείμενο, γραπτό ή προφορικό, που ανακοινώνεται σε μια ομάδα ανθρώπων και αποσκοπεί στην ενημέρωση πάνω σε συγκεκριμένο θέμα και στην υποβολή προτάσεων
  2. η εισαγωγή μιας υπόθεσης στον προϊστάμενο ή σε κάποια ανωτέρα αρχή
    εισήγηση για παραπομπή του κατηγορουμένου προς το Συμβούλιο Εφετών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]