εισηγητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισηγητής εισηγητές
γενική εισηγητή εισηγητών
αιτιατική εισηγητή εισηγητές
κλητική εισηγητή εισηγητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εισηγητής < αρχαία ελληνική εἰσηγητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εισηγητής αρσενικό

  1. αυτός που έχει αναλάβει να κάνει μια εισήγηση, να παρουσιάσει ένα ζήτημα και προτάσεις πάνω σε αυτό
  2. αυτός που κάνει ευρύτερα γνωστό κάτι το καινούριο ή αυτός που προτείνει την καθιέρωση ενός καινούριου πράγματος (πχ ενός νέου επιστημονικού όρου)

32πχ Μεταφράσεις[]