εισπράκτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισπράκτορας εισπράκτορες
γενική εισπράκτορα εισπρακτόρων
αιτιατική εισπράκτορα εισπράκτορες
κλητική εισπράκτορα εισπράκτορες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισπράκτορας < ελληνιστική κοινή εἰσπράκτωρ < αρχαία ελληνική εἰσπράσσω / εἰσπράττω < πράσσω / πράττω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ˈspɾa.ktɔ.ɾas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εισπράκτορας αρσενικό ή θηλυκό (θηλυκό: & εισπρακτόρισσα & εισπρακτορίνα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]