εισφορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εισφορά οι εισφορές
      γενική της εισφοράς των εισφορών
    αιτιατική την εισφορά τις εισφορές
     κλητική εισφορά εισφορές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισφορά < αρχαία ελληνική εἰσφορά < εἰσφέρω < φέρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εισφορά θηλυκό

  1. οτιδήποτε εισφέρει ή δίνει κάποιος
  2. χρηματικό ποσό που οφείλεται για κάποιο λόγο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]