εκατοστόλιτρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκατοστόλιτρο < εκατοστός + -ο- + λίτρο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centilitre)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκατοστόλιτρο ουδέτερο
- μονάδα μέτρησης του όγκου και της χωρητικότητας που ορίζεται ως το εκατοστό τμήμα του λίτρου, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως για τον προσδιορισμό μικρών υγρών ποσοτήτων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκατοστόλιτρο
Πηγές
[επεξεργασία]- εκατοστόλιτρο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εκατοστόλιτρο - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)