Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκατοστόλιτρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εκατοστόλιτρο τα εκατοστόλιτρα
      γενική του εκατοστόλιτρου των εκατοστόλιτρων
    αιτιατική το εκατοστόλιτρο τα εκατοστόλιτρα
     κλητική εκατοστόλιτρο εκατοστόλιτρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκατοστόλιτρο < εκατοστός + -ο- + λίτρο (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική centilitre)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εκατοστόλιτρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]