εκβιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐκβιασμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκβιασμός εκβιασμοί
γενική εκβιασμού εκβιασμών
αιτιατική εκβιασμό εκβιασμούς
κλητική εκβιασμέ εκβιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκβιασμός < ελληνιστική κοινή ἐκβιασμός < αρχαία ελληνική ἐκβιάζω < ἐκ + βιάζω < βία < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷeih₃w- (ζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /εk.vi.a.'zmos/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκβιασμός αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]