εκβιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκβιασμός εκβιασμοί
γενική εκβιασμού εκβιασμών
αιτιατική εκβιασμό εκβιασμούς
κλητική εκβιασμέ εκβιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εκβιασμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εκβιασμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]