εκβιομηχανίσατε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

εκβιομηχανίσατε

  1. β' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος εκβιομηχανίζω