εκδίδω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδίδω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκδίδω

  1. τυπώνω κάτι και το κυκλοφορώ, το δημοσιεύω σε έντυπη μορφή
  2. ανακοινώνω απόφαση
  3. συλλαμβάνω αλλοδαπό εγκληματία και τον παραδίνω στην αστυνομία της χώρας του
  4. συντάσσω επίσημο έγγραφο και το παραδίδω στον αιτούντα
  5. κάνω μια γυναίκα πόρνη και της βρίσκω πελατεία επί πληρωμή
    Συνώνυμα: εκπορνεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]