εκδίκαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδίκαση < εκδικάζω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκδίκαση θηλυκό

  1. η διεξαγωγή μιας δίκης, η διαδικασία και η συζήτηση μιας υπόθεσης στο δικαστήριο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]