Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκδημοκρατίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκδημοκρατίζω < εκ- + δημοκρατία + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική démocratiser)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ek.ði.mo.kɾaˈti.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκδημοκρατίζω

εκδημοκρατίζω, αόρ.: εκδημοκράτισα, παθ.φωνή: εκδημοκρατίζομαι, π.αόρ.: εκδημοκρατίστηκα, μτχ.π.π.: εκδημοκρατισμένος

  1. (πολιτική) εισάγω ή ενισχύω δημοκρατικές αρχές και μηχανισμούς σε έναν θεσμό, μια λειτουργία ή ένα σύστημα, περιορίζοντας τις ανισότητες εξουσίας και διευρύνοντας τη συμμετοχή
  2. καθιστώ ένα αγαθό, μια πρακτική ή μια μορφή γνώσης ευρύτερα προσβάσιμη, καταργώντας αποκλεισμούς ή προνόμια

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]