εκδρομή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκδρομή εκδρομές
γενική εκδρομής εκδρομών
αιτιατική εκδρομή εκδρομές
κλητική εκδρομή εκδρομές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδρομή < αρχαία ελληνική ἐκδρομή (σημασιολογικό δάνειο από (αγγλικά) excursion)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκδρομή θηλυκό

  • ταξίδι μικρής διάρκειας για εκπαιδευτικούς ή διασκεδαστικούς κυρίως λόγους
    τα παιδιά πήγαν εκδρομή στο μουσείο φυσικής ιστορίας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]