εκδρομικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική εκδρομικός εκδρομική εκδρομικό
γενική εκδρομικού εκδρομικής εκδρομικού
αιτιατική εκδρομικό εκδρομική εκδρομικό
κλητική εκδρομικέ εκδρομική εκδρομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκδρομικοί εκδρομικές εκδρομικά
γενική εκδρομικών εκδρομικών εκδρομικών
αιτιατική εκδρομικούς εκδρομικές εκδρομικά
κλητική εκδρομικοί εκδρομικές εκδρομικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκδρομικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκδρομικός

  1. που έχει σχέση με τις εκδρομές ή με εκείνους που πηγαίνουν εκδρομές.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]