Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκεχειρία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐκεχειρία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εκεχειρία οι εκεχειρίες
      γενική της εκεχειρίας των εκεχειριών
    αιτιατική την εκεχειρία τις εκεχειρίες
     κλητική εκεχειρία εκεχειρίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκεχειρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκεχειρία (ἔχω + χείρ)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εκεχειρία θηλυκό

  1. η προσωρινή παύση των εχθροπραξιών
  2. (μεταφορικά) η προσωρινή διακοπή οποιασδήποτε διένεξης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]