εκθέτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκθέτω < μεσαιωνική ελληνική εκθέτω < αρχαία ελληνική ἐκτίθημι (3. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική exposer)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ˈkθε.tɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκθέτω (παθητική φωνή: εκτίθεμαι)

  1. βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν
  2. παρουσιάζω, αναπτύσσω, αφηγούμαι
  3. αφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]