εκθύμως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκθύμως < έκθυμος + -ως < ελληνιστική κοινή ἔκθυμος < ἐκ + αρχαία ελληνική θυμός
Επίρρημα
[επεξεργασία]εκθύμως
- (αρχαιοπρεπές) με έκθυμο τρόπο, με ιδιαίτερη προθυμία
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκθύμως
|