εκκαθαριστικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική το εκκαθαριστικό τα εκκαθαριστικά
γενική του εκκαθαριστικού των εκκαθαριστικών
αιτιατική το εκκαθαριστικό τα εκκαθαριστικά
κλητική εκκαθαριστικό εκκαθαριστικά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκαθαριστικό < ουδέτερο του εκκαθαριστικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.ka.θa.ri.sti.'ko/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκκαθαριστικό ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εκκαθαριστικό