εκκλησιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εκκλησιά | οι | εκκλησιές |
| γενική | της | εκκλησιάς | των | εκκλησιών |
| αιτιατική | την | εκκλησιά | τις | εκκλησιές |
| κλητική | εκκλησιά | εκκλησιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκκλησιά < αρχαία ελληνική ἐκκλησία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκκλησιά θηλυκό
- (λαϊκότροπο) άλλη μορφή του εκκλησία
- ※ Τόνισα στον μικρό πρίγκιπα ότι τα μπαομπάμπ δεν είναι θάμνοι, αλλά δέντρα ψηλά σαν εκκλησιές κι ότι ακόμα κι αν έφερνε μαζί του ένα κοπάδι ελέφαντες, αυτό το κοπάδι δεν θα μπορούσε να τα βάλει ούτε μ' ένα και μόνο μπαομπάμπ. (Αντουάν Ντε Σεντ - Εξιπερί, Ο Μικρός Πρίγκιπας, εκδ. Καρακώτσογλου, 2015)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)