εκκολαπτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκκολαπτήριο εκκολαπτήρια
γενική εκκολαπτηρίου
& εκκολαπτήριου
εκκολαπτηρίων
& εκκολαπτήριων
αιτιατική εκκολαπτήριο εκκολαπτήρια
κλητική εκκολαπτήριο εκκολαπτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκολαπτήριο < εκκολάπτω + -τήριο < αρχαία ελληνική ἐκκολάπτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκκολαπτήριο ουδέτερο

  1. (λόγιο) μηχανή που χρησιμοποιείται για το κλώσημα και την εκκόλαψη των αυγών
  2. (κατ’ επέκταση) ο χώρος και η αντίστοιχη επιχειρηματική δραστηριότητα
  3. (μεταφορικά) φυσικός ή κοινωνικός χώρος ο οποίος παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες και από τον οποίο γεννιούνται νέες ιδέες ή νέα άτομα (αθλητές, φιλόσοφοι, επιστήμονες)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]