εκκολαφθείς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

εκκολαφθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκκολάπτομαι
  2. θα εκκολαφθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκκολάπτομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκκολαφθείς

  • αυτός που ήδη έχει εκκολαφθεί