εκκοσμίκευση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | εκκοσμίκευση | οι | εκκοσμικεύσεις |
| γενική | της | εκκοσμίκευσης* | των | εκκοσμικεύσεων |
| αιτιατική | την | εκκοσμίκευση | τις | εκκοσμικεύσεις |
| κλητική | εκκοσμίκευση | εκκοσμικεύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, εκκοσμικεύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκκοσμίκευση < εκκοσμικεύω + -ση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sécularisation[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκκοσμίκευση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκκοσμικεύω
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκκοσμίκευση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ εκκοσμίκευση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)