εκκρεμές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκρεμές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εκκρεμής

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκκρεμές ουδέτερο

  • σύστημα που εκτελεί συνεχείς ταλαντώσεις και αποτελείται από ένα βάρος προσαρτημένο στη μία άκρη ενός σκοινιού ή σύρματος ή στελέχους, του οποίου η άλλη άκρη είναι σταθερά στερεωμένη σε ένα ακίνητο σημείο
  • ρολόι παλαιού τύπου, που λειτουργεί με το σύστημα που περιγράφεται παραπάνω


Μεταφράσεις[επεξεργασία]