Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκκρεμής

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἐκκρεμής

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο εκκρεμής η εκκρεμής το εκκρεμές
      γενική του εκκρεμούς* της εκκρεμούς του εκκρεμούς
    αιτιατική τον εκκρεμή την εκκρεμή το εκκρεμές
     κλητική εκκρεμή(ς) εκκρεμής εκκρεμές
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι εκκρεμείς οι εκκρεμείς τα εκκρεμή
      γενική των εκκρεμών των εκκρεμών των εκκρεμών
    αιτιατική τους εκκρεμείς τις εκκρεμείς τα εκκρεμή
     κλητική εκκρεμείς εκκρεμείς εκκρεμή
* Και προφορικός τύπος σε -ή στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκκρεμής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐκκρεμής < ἐκκρέμαμαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική en suspens)[1] Δείτε και το ἐκκρεμάννυμι (κρατιέμαι από κάτι)

Επίθετο

[επεξεργασία]

εκκρεμής, -ής, -ές

  • που δεν έχει λυθεί οριστικά, που δεν έχει παρθεί οριστική απόφαση
    παράδειγμα  Είναι εκκρεμής δικαστική υπόθεση που θα εκδικαστεί σε μερικά χρόνια.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη κρεμάω / κρεμώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]