εκλειπτική

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκλειπτική εκλειπτικές
γενική εκλειπτικής εκλειπτικών
αιτιατική εκλειπτική εκλειπτικές
κλητική εκλειπτική εκλειπτικές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκλειπτική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: εκλειπτικός (εκλειπτική τροχιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκλειπτική θηλυκό

  • (αστρονομία) η νοητή γραμμή (και το αντίστοιχο επίπεδο) που διαγράφει ο ήλιος κατά τη φαινομενική ετήσια κίνησή του γύρω από τη γη (το επίπεδο αυτό ταυτίζεται με το επίπεδο της πραγματικής κίνησης της γης γύρω από τον ήλιο)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]