εκλογέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εκλογέας οι εκλογείς
      γενική του εκλογέα των εκλογέων
    αιτιατική τον εκλογέα τους εκλογείς
     κλητική εκλογέα εκλογείς
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκλογέας < εκλογή[1] (η λέξη μαρτυρείται από το 1831)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκλογέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει δικαίωμα να συμμετάσχει ως ψηφοφόρος σε μια εκλογική αναμέτρηση


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. διαφέρει από το ελληνιστικό ἐκλογεύς