εκμαιεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμαιεύω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

εκμαιεύω

  1. αποσπώ επιθυμητή πληροφορία με πλάγιο τρόπο, αναγκάζω κάποιον πλαγίως να παραδεχθεί αυτό που επιθυμώ

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]