εκμαυλίστρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκμαυλίστρια < εκμαυλιστής + -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εκμαυλίστρια θηλυκό
- θηλυκό του εκμαυλιστής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκμαυλίστρια
|
|