εκμεταλλευτής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκμεταλλευτής εκμεταλλευτές
γενική εκμεταλλευτή εκμεταλλευτών
αιτιατική εκμεταλλευτή εκμεταλλευτές
κλητική εκμεταλλευτή εκμεταλλευτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμεταλλευτής < εκμεταλλεύομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκμεταλλευτής αρσενικό

  1. εκείνος που εκμεταλλεύται άλλους, που επωφελείται από αυτούς, που συχνά κερδίζει κάτι εις βάρος άλλων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]