εκμηδενίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμηδενίζω < εκ + μηδενίζω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛk.mi.ðɛ.ˈni.zɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

εκμηδενίζω

  1. μειώνω μια ποσότητα τόσο πολύ ώστε να πλησιάσει στο μηδέν
    Η ζώνη ασφαλείας έχει μειώσει σημαντικά, αλλά όχι εκμηδενίσει την πιθανότητα θανάτου σε τροχαίο ατύχημα.
  2. εξαφανίζω, καταστρέφω

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]