εκμισθώτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκμισθώτρια εκμισθώτριες
γενική εκμισθώτριας εκμισθωτριών
αιτιατική εκμισθώτρια εκμισθώτριες
κλητική εκμισθώτρια εκμισθώτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκμισθώτρια < εκμισθωτής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκμισθώτρια θηλυκό

η εκμισθώτρια εταιρεία
δείτε τη λέξη: εκμισθωτής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]