Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκναυλώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκναυλώνω < εκ– + ναυλώνω

εκναυλώνω (παθητική φωνή: εκναυλώνομαι)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]