εκνευρισμένα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εκνευρισμένα < εκνευρισμένος
Επίρρημα
[επεξεργασία]εκνευρισμένα
- έχοντας εκνευριστεί
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εκνευρισμένα
|
|