εκνευρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκνευρισμός εκνευρισμοί
γενική εκνευρισμού εκνευρισμών
αιτιατική εκνευρισμό εκνευρισμούς
κλητική εκνευρισμέ εκνευρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκνευρισμός < μεσαιωνική ελληνική ἐκνευρισμός < ἐκνευρίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκνευρισμός αρσενικό

  1. η κατάσταση κατά την οποία κάποιος, επειδή κάποιο εξωτερικό ερέθισμα τον έχει ενοχλήσει, έχει νεύρα, δεν είναι τελείως ήρεμος και ίσως όχι απόλυτα ψύχραιμος και αυτό εκδηλώνεται με απότομες κινήσεις ή λόγια ή με κάποια άλλη αλλαγή στη συμπεριφορά του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]