εκπίπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπίπτω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

εκπίπτω

  1. ξεπέφτω, παρακμάζω
  2. (για εμπορεύματα) χάνω μέρος από την πραγματική μου αξία
  3. (για εμπορεύματα) υποτιμώ την ονομαστική τιμή ενός εμπορεύματος, κάνω έκπτωση στην τιμή του
  4. (μεταφορικά) εξαχρειώνομαι στα χρηστά ήθη, γίνομαι ανήθικος, αχρείος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]