εκπίπτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπίπτω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπίπτω

  1. ξεπέφτω, παρακμάζω
  2. (για εμπορεύματα) χάνω μέρος από την πραγματική μου αξία
  3. (για εμπορεύματα) υποτιμώ την ονομαστική τιμή ενός εμπορεύματος, κάνω έκπτωση στην τιμή του
  4. (μεταφορικά) εξαχρειώνομαι στα χρηστά ήθη, γίνομαι ανήθικος, αχρείος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]