εκπαιδεύομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπαιδεύομαι < παθητική φωνή του ρήματος εκπαιδεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκπαιδεύομαι

  1. μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χειαστεί να εφαρμόσω
    εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισα, ως γονιός, ως στρατιώτης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]