εκπληκτικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπληκτικά < εκπληκτικός

Επίρρημα[επεξεργασία]

εκπληκτικά

  1. κατά τρόπο που προκαλεί έκπληξη, που ξαφνιάζει
  2. (μεταφορικά) πάρα πολύ, έντονα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

εκπληκτικά