εκπληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπληρώνω < εκ + πληρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

εκπληρώνω

  1. πραγματοποιώ μια επιθυμία κάποιου.

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]