εκποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκποίηση εκποιήσεις
γενική εκποίησης
& εκποιήσεως
εκποιήσεων
αιτιατική εκποίηση εκποιήσεις
κλητική εκποίηση εκποιήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκποίηση < αρχαία ελληνική ἐκποίησις < ἐκ + ποίησις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκποίηση θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εκποιώ:
    1. επιβεβλημένη πώληση (λόγω ανάγκης ή δικαστικής απόφασης)
    2. (κακόσημο) πώληση σε τιμή πιο χαμηλή από την κανονική

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]