εκπρόσωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η εκπρόσωπος οι εκπρόσωποι
      γενική του/της
του
εκπροσώπου
εκπρόσωπου
των εκπροσώπων
εκπρόσωπων
    αιτιατική τον/την εκπρόσωπο τους/τις
τους
εκπροσώπους
εκπρόσωπους
     κλητική εκπρόσωπε εκπρόσωποι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό.
Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκπρόσωπος < εκπροσωπ(ώ) + -ος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ekˈpɾo.so.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκ‐πρό‐σω‐πος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκπρόσωπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που εκπροσωπεί κάποιον, που ενεργεί για λογαριασμό του
     συνώνυμα: (πληρεξούσιος)
    Επίσημος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους στο Δικαστήριο είναι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και τις υποθέσεις χειρίζονται τα στελέχη του υπό τις οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές του Υπουργείου Εξωτερικών. (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο νθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg)
  2. που εκφράζει και εκπροσωπεί μια ομάδα (καλλιτεχνική, ιδεολογική, πολιτική κ.λπ.) στην οποία και ανήκει ή μια τάση την οποία και εκφράζει
    ※  Ανάμεσα στους ποιητές που περιέγραψαν με αμεσότητα και ρεαλισμό το «σκηνικό» της εποχής ξεχωρίζει ο Τάσος Λειβαδίτης (1921-1988), κύριος εκπρόσωπος της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, που με τους στίχους του εκφράζει τη φρίκη από την εφιαλτική μνήμη των αδικαίωτων θυσιών. (books.google.gr)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]