εκπυρσοκροτήσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

εκπυρσοκροτήσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος εκπυρσοκροτώ
  2. θα εκπυρσοκροτήσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος εκπυρσοκροτώ

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

εκπυρσοκροτήσεις θηλυκό

  1. εκπυρσοκρότηση, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού