Μετάβαση στο περιεχόμενο

εκπόνημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εκπόνημα τα εκπονήματα
      γενική του εκπονήματος των εκπονημάτων
    αιτιατική το εκπόνημα τα εκπονήματα
     κλητική εκπόνημα εκπονήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εκπόνημα < εκπονώ + -μα

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ekˈpo.ni.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκπόνημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εκπόνημα ουδέτερο

  • (λόγιο) το αποτέλεσμα του εκπονώ
      Σύμφωνα με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο ΙΚΑ, εκφράζεται η βεβαιότητα «ότι δεν υπάρχει περίπτωση υλοποίησης του μεγαλόσχημου εκπονήματος από 1/1/2017».
    Μιχάλης Σιάχος, «Πόλεμος» Πετρόπουλου-εργαζομένων ΙΚΑ για τον ΕΦΚΑ, dnews.gr, 20 Οκτωβρίου 2016
      Το παρόν εκπόνημα αποτελεί εγχείρημα διερεύνησης της διαδικασίας των εξαγορών και συγχωνεύσεων στο πλαίσιο των αποτελεσματικών αγορών στον τραπεζικό κλάδο.
    Άννα Γκινάλα, Περίληψη μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας Εξαγορές και συγχωνεύσεις στον τραπεζικό κλάδο, 2018, Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]