εκρηξιγενής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκρηξιγενής εκρηξιγενής εκρηξιγενές
γενική εκρηξιγενούς εκρηξιγενούς εκρηξιγενούς
αιτιατική εκρηξιγενή εκρηξιγενή εκρηξιγενές
κλητική εκρηξιγενή(ής) εκρηξιγενής εκρηξιγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκρηξιγενείς εκρηξιγενείς εκρηξιγενή
γενική εκρηξιγενών εκρηξιγενών εκρηξιγενών
αιτιατική εκρηξιγενείς εκρηξιγενείς εκρηξιγενή
κλητική εκρηξιγενείς εκρηξιγενείς εκρηξιγενή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκρηξιγενής < έκρηξις + -γενής ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική éruptif)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.kɾi.ksi.jε.ˈnis/

Επίθετο[επεξεργασία]

εκρηξιγενής, -ής, -ές

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]