εκριζώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκριζώνω < εκ + ριζώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εκριζώνω

  1. βγάζω κάτι από τη ρίζα, κυριολεκτικά αναφέρεται σε φυτό, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά - όταν κάποιος προλαμβάνει ένα πρόβλημα, σταματώντας το από τη στιγμή που θα αρχίσει να εκδηλώνεται
    Στη διάρκεια της τριετούς ισχύος του κανονισμού, θα εκριζωθούν 30000 στρεμμ. αμπελώνων
    ό τουρισμός εκριζώνει τά ήθη τών "Ελλήνων άπειλητικώς (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τόμος 51, 1977)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]