εκσυγχρονιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκσυγχρονιστικός εκσυγχρονιστική εκσυγχρονιστικό
γενική εκσυγχρονιστικού εκσυγχρονιστικής εκσυγχρονιστικού
αιτιατική εκσυγχρονιστικό εκσυγχρονιστική εκσυγχρονιστικό
κλητική εκσυγχρονιστικέ εκσυγχρονιστική εκσυγχρονιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκσυγχρονιστικοί εκσυγχρονιστικές εκσυγχρονιστικά
γενική εκσυγχρονιστικών εκσυγχρονιστικών εκσυγχρονιστικών
αιτιατική εκσυγχρονιστικούς εκσυγχρονιστικές εκσυγχρονιστικά
κλητική εκσυγχρονιστικοί εκσυγχρονιστικές εκσυγχρονιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκσυγχρονιστικός < εκσυγχρονίζω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εκσυγχρονιστικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]