εκτέλεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εκτέλεση εκτελέσεις
γενική εκτέλεσης
& εκτελέσεως
εκτελέσεων
αιτιατική εκτέλεση εκτελέσεις
κλητική εκτέλεση εκτελέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτέλεση < εκτελώ + -ση

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.ˈktɛ.lɛ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εκτέλεση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εκτελώ
    1. η συμβολή στην πραγματοποίηση κάποιου σχεδίου ή οδηγιών
      συνώνυμα: πραγματοποίηση, ολοκλήρωση, εφαρμογή
    2. (νομικός όρος) η εφαρμογή στην πράξη μιας δικαστικής απόφασης
    3. η θανάτωση
    4. (κατ’ επέκταση) ή δολοφονία
    5. η ερμηνεία τραγουδιού ή σύνθεσης μουσικής
  2. (πληροφορική) πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]