εκτεθειμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εκτεθειμένος εκτεθειμένη εκτεθειμένο
γενική εκτεθειμένου εκτεθειμένης εκτεθειμένου
αιτιατική εκτεθειμένο εκτεθειμένη εκτεθειμένο
κλητική εκτεθειμένε εκτεθειμένη εκτεθειμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εκτεθειμένοι εκτεθειμένες εκτεθειμένα
γενική εκτεθειμένων εκτεθειμένων εκτεθειμένων
αιτιατική εκτεθειμένους εκτεθειμένες εκτεθειμένα
κλητική εκτεθειμένοι εκτεθειμένες εκτεθειμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκτεθειμένος < παθητική μετοχή παρακειμένου του εκτίθεμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εκτεθειμένος

  1. απροστάτευτος, απροφύλακτος, ακάλυπτος
    το σπίτι ήταν εκτεθειμένο στο βοριά
  2. που κινδυνεύει να αμφισβητηθεί η ακεραιότητά του
    εγγυήθηκα για το χρέος σου και με άφησες εκτεθειμένο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]